διαψεύδω

δια-ψεύδω,
A deceive, D.Ep.3.34:—[voice] Med., abs., And.1.42: c. acc., Plu.Fab.7.
2 [voice] Med., deny, disclaim, A.D.Synt.115.24, Pron.81.17.
II cheat, [πατρίδα ἐλπίδων] Plb.3.109.12:—usu. [voice] Pass.: [tense] pf. διέψευσμαι: [tense] aor. διεψεύσθην:—to be deceived, mistaken, Isoc.5.1, D.1.22; τινός to be cheated of, deceived in a person or thing, X.Mem.4.2.27, D.23.19;

τῆς ψυχῆς τινῶν πέρι Pl.Ep.351d

;

περί τι Arist.EN 1144a35

; τι in a thing, Id.Pol.1323a33;

ὑπολήψει καὶ δόξῃ Id.EN 1139b17

;

λογισμοῖς Plb.3.16.5

: abs.,

μηδὲν διεψεῦσθαι BGU21i13

(iv A. D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαψεύδω — διαψεύδω, διέψευσα βλ. πίν. 128 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαψεύδω — (ΑΝ) αποδεικνύω κάτι ως ψευδές ή κάποιον ως ψεύτη νεοελλ. εκ τών πραγμάτων αποδεικνύω ως αστήρικτο αρχ. 1. απατώ, γελώ 2. αρνούμαι 3. (με γεν.) (για πρόσ. και πράγματα) απατώμαι, πλανώμαι …   Dictionary of Greek

  • διαψεύδω — [диапсэвдо] р. изобличать во лжи, опровергать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαψεύδω — διάψευσα και διέψευσα, διαψεύστηκα, διαψευσμένος 1. αποδεικνύω ότι κάποιος ψεύδεται ή ότι κάτι είναι ψεύτικο: Ο συνήγορός του διέψευσε όλες τις κατηγορίες. 2. αποδεικνύω ότι κάτι δε στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα: Οι ελπίδες που έτρεφε για… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαψεύδῃ — διαψεύδω deceive pres subj mp 2nd sg διαψεύδω deceive pres ind mp 2nd sg διαψεύδω deceive pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεψευσμένα — διαψεύδω deceive perf part mp neut nom/voc/acc pl διεψευσμένᾱ , διαψεύδω deceive perf part mp fem nom/voc/acc dual διεψευσμένᾱ , διαψεύδω deceive perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεψεύσθην — διαψεύδω deceive plup ind mp 3rd dual διαψεύδω deceive aor ind pass 3rd pl (epic doric aeolic) διαψεύδω deceive aor ind pass 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψευδόμεθα — διαψεύδω deceive pres ind mp 1st pl διαψεύδω deceive imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψευδόμενον — διαψεύδω deceive pres part mp masc acc sg διαψεύδω deceive pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψευσαμένων — διαψεύδω deceive aor part mid fem gen pl διαψεύδω deceive aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψευσθέντα — διαψεύδω deceive aor part pass neut nom/voc/acc pl διαψεύδω deceive aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.